Άρθρο/Έρευνα

Του Γιάννη Γκουμάκη, Γραμματέα του Πολιτιστικού Συλλόγου Συκής

Στις 27 Μαρτίου του 1944, λίγους μήνες πριν αποχωρήσουν από την Ελλάδα, τα γερμανικά στρατεύματα προέβησαν σε μία ακόμη θηριωδία εις βάρος του Ελληνικού λαού. Οι Ναζί, ως τελική ενέργεια στη διαδικασία να πλήξουν το ελληνικό αντάρτικο, το οποίο είχε δυναμώσει για τα καλά, όργωναν τις περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας, σκοτώνοντας και λεηλατώντας όπου το επιθυμούσαν. Τα λεγόμενα «χτένια», όπως ονομάζονταν η ενέργεια, δεν άφησαν έξω και το Πήλιο.

Στο νότιο Πήλιο, όπου το ΕΑΜ και ο ΕΛΛΑΣ είχαν οργανωθεί καλά, έχοντας στις τάξεις τους πολλούς ντόπιους, οι Γερμανοί, χαράσσοντας πορεία από τη Ζαγορά την άνοιξη του 1944, στις 24 με 25 του Μάη φαίνεται να έφτασαν και στη Συκή. Μία ομάδα 30-40 στρατιωτών, μεταφέροντας μαζί τους Έλληνες αντιστασιακούς. Στην αρχή της κατοχής υπήρχαν κατοχικές δυνάμεις των Ιταλών στο χωριό. «Άνθρωποι ήσυχοι, με τα ζώα τους και χωρίς να προξενούν φασαρίες», όπως μας πληροφορεί ο κ. Δημήτρης Σακλάκης, κάτοικος Συκής. Μετά ήρθαν οι Γερμανοί και λεηλατούσαν, έκλεβαν και σκότωναν όποιον ήθελαν. Ο ίδιος διέμενε σε ένα καλύβι πάνω από τη ρεματιά της Μπουρμπουλίθρας, σε πολύ κοντινή απόσταση, το οποίο στέκεται ανακαινισμένο ως τις μέρες μας και είναι ακόμη ιδιοκτησία του. Έχοντας καταφύγει εκεί με μέλη της οικογένειας του, ανάμεσα σε μεγάλο αριθμό Συκιωτών, επί το πλείστον γυναικόπαιδων. Με βάση τα λεγόμενα του μαθαίνουμε πως, η ομάδα των Γερμανών έφτασε στη ρεματιά στις 27 του Μάρτη του 1944, μιας και πριν βρήκε το χωριό σχεδόν ερημωμένο, έχοντας μαζί της 13 Έλληνες Πατριώτες. Ξεκίνησε όμως από τα χωριά του ορεινού Πηλίου, μάλλον από την Τσαγκαράδα, με περισσότερους από 20 αιχμαλώτους, από τους οποίους, άλλοι κατόρθωσαν να ξεφύγουν και άλλοι εκτελέσθηκαν στο δρόμο, κατά τη διάρκεια της πορείας. Για το λόγο αυτό μάλιστα, οι Ναζί εκτέλεσαν τους πατριώτες στο σημείο της ρεματιάς. Για αντίποινα προς το αντάρτικο και για να κάμψουν την αντίσταση των ντόπιων, τους οποίους δεν έβλαψαν, πέραν του Ιωάννη Τσαγιάννη, τον οποίο σκότωσαν στην τοποθεσία Μέγα Ρέμα, κοντά στο εξωκλήσι του Αγίου Νικολάου της Συκής, μία ημέρα νωρίτερα. Σύμφωνα με τη Μαρία –  Μποζιώ Γκουμάκη, ο Τσαγιάννης, θείος της από την πλευρά της μητέρας της, περνούσε από την περιοχή όταν έγινε αντιληπτός από τους Γερμανούς. Το έβαλε στα πόδια φοβισμένος κι εκείνοι άνοιξαν πυρ εναντίον του, σκοτώνοντας τον στις 26/3/1944.

Ο Δ. Σακλάκης διέμενε στο καλύβι με τη μητέρα του και τη γιαγιά του, ενώ στην περιοχή διέμεναν περισσότεροι από 50 χωριανοί. Εκεί είχαν πλέον τη ζωή τους, είχαν δικά τους μποστάνια και κρυμμένα αυτοσχέδια παραπήγματα, μιας και το χωριό δεν ήταν ασφαλές λόγω των ανταρτών αλλά και των δοσίλογων. Το πρωί της 27ης Μαρτίου, τα δύο αδέρφια του είχαν μεταβεί μαζί με άλλους ντόπιους μέσω της ρεματιάς, στην παραλία Ποτόκι (απόσταση περίπου 3-4 χλμ), για να μάθουν νέα για τον πατέρα και τον αδερφό τους που ήταν στο αντάρτικο. Οι Γερμανοί πέρασαν από τα κτήματα κατηφορίζοντας προς το ρέμα. Σύμφωνα με τον Ιωάννη Ζαχαριά, κάτοικο Συκής, η μητέρα του, αυτόπτης μάρτυρας του σκηνικού, του εξιστόρισε πως εκείνη τη μέρα ψιλοχιόνιζε. Οι Γερμανοί κατεβαίνοντας, πυρπόλησαν το καλύβι του Ζαχαρού, τρομάζοντας έτσι αρκετούς κατοίκους και τρέποντας τους σε φυγή. Περνώντας από το σημείο κατοικίας πολλών Συκιωτών, δεν βρήκαν κάποιον κι έτσι δεν υπήρξαν θύματα. Φτάνοντας στα ριζά, εκεί που το βουνό συναντά το νερό, μέσα στο δάσος πλέον, χτένιζαν την περιοχή σε ομάδες. Διέθεταν ακριβείς χάρτες της περιοχής και καθοδηγούνταν από ντόπιους δοσίλογους. Ανήμποροι να βρουν κάποιον άνδρα, άρχισαν να φωνάζουν μέσα στο δάσος, ελληνικά ονόματα ανδρών, όπως Νίκος, Γιώργος και Γιάννης, μήπως και ξεγελάσουν κάποιον από τους κρυμμένους και φανερωθεί, για να τον εκτελέσουν. Όταν το σχέδιο τους δεν απέφερε αποτέλεσμα προχώρησαν στην επόμενη φάση του. Έστησαν τους 13 Πατριώτες σε απόσταση περίπου 100 μέτρων από το καλύβι του Δ. Σακλάκη, σε ένα παλιό μποστάνι. Κάθισαν απέναντι σε ένα υπερυψωμένο σημείο. Πρόταξαν τα πολυβόλα τους. Και τους εκτέλεσαν.

Μάλιστα, η μητέρα του, βλέποντας πιο πριν τους Γερμανούς να φωνάζουν και να ετοιμάζονται για εκτέλεση, κατέβηκε στη ρεματιά να δει εάν βρίσκονταν τα άλλα δύο μέλη της οικογένειας στα χέρια των Γερμανών. Μόλις αντελήφθει πως το σκηνικό της εκτέλεσης πρόκειται να εκτυλιχθεί μπροστά στα μάτια της, πρόλαβε και κρύφθηκε μέσα σε ένα μεγάλο πλατάνι, (το οποίο χωρούσε 7 άτομα, σύμφωνα με τις μαρτυρίες κι άλλων Συκιωτών που το γνώριζαν), όπου βρίσκονταν ήδη κι άλλοι Συκιώτες κρυμμένοι από πριν, ελάχιστα μέτρα από το σημείο εκτέλεσης. Με τους πυροβολισμούς, ο ίδιος αλλά και η γιαγιά του νόμισαν πως σκοτώθηκε κάποιος δικός τους. Ήταν μάλιστα τόσο εκωφαντικοί οι ήχοι, που τα λίγα οικόσιτα ζώα τους τράπηκαν σε φυγή και γύρισαν μετά από αρκετές ημέρες. Οι κρυμμένοι στον Πλάτανο «ζουσαν σα νεκροί, δεν έβγαζαν άχνα» και παρακολούθησαν στιγμή προς στιγμή τη θηριωδία.

Μετά την εκτέλεση οι Γερμανοί αναχώρησαν, προς την Ξινόβρυση. Οι Έλληνες προχώρησαν προς το σημείο εκτέλεσης και διαπίστωσαν το τραγικό συμβάν. Οι 12 από τους 13 πατριώτες κείτονταν νεκροί, ενώ ένας χαροπάλευε ζητώντας βοήθεια, πριν υποκύψει στα τραύματα του. Έπειτα από τρεις μέρες, ήρθαν κάποιοι συγγενείς των θυμάτων και τους έθαψαν στο σημείο εκτέλεσης, ενώ μετά τη λήξη του πολέμου, μάλλον στα 1953, έφεραν το μαρμάρινο μνημείο και το έστησαν στο σημείο εκτέλεσης και ταφής. Το έφεραν με καΐκι από το Ποτόκι και το μετέφεραν μέσω της ρεματιάς με γαϊδούρια, στο σημείο εκτέλεσης και ταφής των συγγενών τους.

Σίγουρα υπάρχουν πολλές ακόμη πληροφορίες για το σκηνικό. Μαρτυρίες ανθρώπων που δε ζουν πια και ατόμων που θυμούνται λιγότερα. Ωστόσο, ότι πιο έγκυρο κατορθώσαμε να αντλήσουμε μέσα στα 4 και πλέον έτη έρευνας μας σχετικά με το «σταυρό», συνοψίζονται στα παραπάνω. Πάντως δεν υπάρχουν αντιφάσεις. Οι εκτελεσθέντες βρέθηκαν εκεί από αλλού ερχόμενοι με τη βία. Εκτελέσθηκαν για το πατριωτικό τους φρόνιμα και κατά 99% θάφτηκαν εκεί.