Ερώτηση προς τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας σχετικά με τη συνέχιση της καύσης στερεών αποβλήτων από τη βιομηχανία ΑΓΕΤ – ΗΡΑΚΛΗΣ στο Βόλο κατέθεσαν οι βουλευτές του ΚΚΕ, κ.κ. Γιώργος Λαμπρούλης και Διαμάντω Μανωλάκου.

Στην ερώτηση των δύο βουλευτών αναφέρονται τα εξής:

«Η συνεχιζόμενη καρκινογόνα καύση στερεών αποβλήτων SRF/RDF από τη βιομηχανία της ΑΓΕΤ – ΗΡΑΚΛΗΣ στο Bόλο, η οποία προστίθεται σε αρκετές άλλες εστίες αέριας ρύπανσης (λιμάνι, βιομηχανική δραστηριότητα, κυκλοφοριακό κ.α.), βάζει επί τάπητος το ζήτημα της προστασίας του περιβάλλοντος και της υγείας του πληθυσμού στο πολεοδομικό συγκρότημα του Βόλου, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή.

Αποτελεί υποκρισία και εμπαιγμό απέναντι στις λαϊκές οικογένειες του Βόλου ο ισχυρισμός της εταιρείας και των κυβερνήσεων διαχρονικά, που εκδίδουν τις σχετικές περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις, ότι δήθεν δεν υπάρχει πρόβλημα όταν ακριβώς δίπλα στα σπίτια τους εγκρίθηκαν να καίγονται μεγάλες ποσότητες σκουπιδιών με υψηλή περιεκτικότητα σε πλαστικό και άλλα ρυπογόνα κατά την καύση τους υλικά.

Σημειωτέον πως οι ποσότητες αποβλήτων που αδειοδοτούνται για καύση στους σχετικούς πίνακες της ΑΕΠΟ, είναι ίσες με το 1/6 αυτών που καίγονται στις τσιμεντοβιομηχανίες όλων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αποτέλεσμα της καύσης είναι η απελευθέρωση στην ατμόσφαιρα μεγάλων ποσοτήτων επικίνδυνων αερίων ημερησίως, επιβαρυμένων με διοξίνες και φουράνια, βαρέα μέταλλα και σωρεία άλλων ρύπων, όπως τα οξείδια του αζώτου, με την εκπομπή των τελευταίων να αγγίζει το ανώτερο επιτρεπόμενο όριο των 500mg ανά κ.μ. και ενίοτε να το υπερβαίνουν (σύμφωνα με καταγραφές της ίδιας της εταιρείας).

Οι ευθύνες των εκάστοτε κυβερνήσεων του κεφαλαίου είναι τεράστιες, αφού νομοθετούν και υιοθετώντας κατά γράμμα τις φιλομονοπωλιακές οδηγίες της Ε.Ε., προκειμένου να ικανοποιηθούν οι στόχοι της ανταγωνιστικότητας δηλαδή της κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων. Έτσι, στην προκείμενη περίπτωση, δίνουν στα μονοπώλια τη δυνατότητα να καίνε ακόμη και σκουπίδια, θέτο-ντας ταυτόχρονα υψηλά όρια στις τιμές των αέριων ρύπων, επικίνδυνα για την υγεία των κατοίκων.

Μαζί με αυτά, εφαρμόζουν την βασική αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει” με το βαθειά αντιλαϊκό ευρωενωσιακό περιεχόμενό της: Με το ρυπαίνοντα (εδώ την υπόψη τσιμεντοβιομηχανία) όχι μόνο να μη πληρώνει, αλλά και να αμείβεται οικονομικά, καθώς (ι) μειώνει σημαντικά το ενεργειακό του κόστος με τα εισαγόμενα, για την ώρα, καύσιμα σκουπίδια και (ιι) κερδοσκοπεί στα χρηματιστήρια ρύπων κατά το ποσοστό της βιομάζας που περιέχεται στα «απορριμματογενή» πιο πάνω καύσιμα. Αποτέ-λεσμα αυτής της πολιτικής είναι η μετατροπή της ατμόσφαιρας του Βόλου σε φονικό θάλαμο αερίων.

Άμοιρες ευθυνών δεν είναι και οι διοικήσεις της Περιφέρειας και του Δήμου, που συμβάλλουν ενεργητικά με τη στάση τους στην υλοποίηση των υπόψη καταστροφικών για την υγεία και το περιβάλλον πολιτικών.

Με βάση τα ανωτέρω ΕΡΩΤΑΤΑΙ ο κ. Υπουργός, σε τι ενέργειες θα προβεί ώστε:

– Να τροποποιηθούν οι περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις ώστε να σταματήσει η καύση RDF/SRF από την ΑΓΕΤ, αλλά και να μειωθεί δραστικά η υψηλή περιεκτικότητα διοξειδίων του αζώτου (ΝΟΧ) στα απαέρια, που αγγίζει το 95% του επιτρεπόμενου ορίου σε συνθήκες “κανονικής λειτουργίας” της μονάδας.

– Να ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη συγκρότηση κλιμακίων περιβαλλοντικού ελέγχου κατάλληλα στελεχωμένων με μόνιμο επιστημονικό προσωπικό και εξοπλισμένων με όλα τα απαραίτητα μέσα και υποδομές για τη διενέργεια των αναγκαίων ελέγχων».